Αφήσαμε πίσω μας το επιβλητικό Bernina pass και συνεχίσαμε τον δρόμο μας, κουβαλώντας ακόμα την αίσθηση του υψομέτρου. Και όσο κατεβαίναμε, εκείνες οι πρώτες εικόνες των λιμνών με άφησαν άφωνη: καμία φωτογραφία μας δεν χρειάστηκε το παραμικρό φίλτρο αλλά και καμία φωτό δεν μπόρεσε να αποδώσει την πραγματικότητα. Ήταν η πρώτη φορά που είδα τόσα φωτεινά χρώματα, έναν τόσο λαμπερό, διάφανο ήλιο και έναν αέρα τόσο καθαρό που ένιωθες ότι σου γεμίζει τα πνευμόνια με καινούργια ζωή!

Προσπεράσαμε το St. Moritz χωρίς δεύτερη σκέψη, η κοσμοπολίτικη φασαρία του δεν ήταν για μας. Η ψυχή μας αναζητούσε την ηρεμία του Sils Maria.

Πριν όμως φτάσουμε εκεί, η στάση μας στη Silvaplana ήταν η πρώτη πραγματική αποκάλυψη: τα νερά της λίμνης, σε ένα χρώμα βαθύ τιρκουάζ που άλλαζε διαρκώς ανάλογα με το παιχνίδι του σύννεφου στον ουρανό, μας κάλεσαν να περπατήσουμε στις όχθες της, εκεί όπου ο αέρας κουβαλάει μια δροσιά που σε κάνει να νιώθεις ολοζώντανος.

Φτάνοντας στο Sils Maria, ένιωσα αμέσως πως αυτό το μέρος δεν μοιάζει με κανένα άλλο. Είναι ένας τόπος με μια βαθιά, σχεδόν πνευματική ηρεμία, «φυτεμένος» ανάμεσα σε επιβλητικές κορυφές. Είναι το αγαπημένο καταφύγιο καλλιτεχνών και διανοουμένων, με παραδοσιακά σπίτια που διατηρούν μια αρχοντική απλότητα, αφήνοντας το μεγαλείο της φύσης να πρωταγωνιστεί.
Χωρίς να χάσουμε λεπτό, αφήσαμε το χωριό και κινηθήκαμε απευθείας προς τις κοιλάδες. Αυτό ήταν το κομμάτι της Ελβετίας που έψαχνα: η αυθεντική, παρθένα φύση. Μπήκαμε πρώτα στο Val Fex, μια ονειρική κοιλάδα όπου απαγορεύονται τα αυτοκίνητα, και στη συνέχεια συνεχίσαμε προς το Val Piatta, μια πανέμορφη, καταπράσινη προέκταση που σε ανεβάζει ομαλά προς τις πλαγιές, μια υπέροχη διαδρομή πεζοπορίας περίπου 1,5 με 2 ωρών που σε ανταμείβει με απέραντη θέα.




Μπορεί η αρχή της ανάβασης να ήταν «ζόρικη», μια πρόκληση για τα πόδια, αλλά το μετά… ήταν λύτρωση. Το τοπίο άνοιξε μπροστά μας σαν σελίδα από παραμύθι… λιβάδια γεμάτα αγριολούλουδα και κορυφές που σε κάνουν να νιώθεις μικρός. Εκεί στήσαμε το πικνίκ μας με τα καλούδια που είχαμε ψωνίσει από την Ιταλία : bresaola, τυριά και κρασί από τη Valtellina, ήρθαν να «κουμπώσουν» τέλεια με την αύρα του υψομέτρου. Ήταν από τις πιο όμορφες στιγμές του ταξιδιού μας!




Μετά την επιστροφή, ο καφές στην πλατεία του Sils ήταν η απαραίτητη παύση, χαζεύοντας τους ντόπιους και τους λιγοστούς τουρίστες. Στη συνέχεια, κατευθυνθήκαμε στη μαγευτική χερσόνησο Chastè. Το περπάτημα μέσα σε αυτό το καταπράσινο, παρθένο δασάκι μας έβγαλε στο διάσημο «παγκάκι του Νίτσε» και στο μνημειακό σημείο όπου είναι χαραγμένοι οι στίχοι του Τάδε έφη Ζαρατούστρα. Ο Νίτσε λάτρευε αυτόν τον τόπο και περνούσε ατέλειωτες ώρες διαλογιζόμενος εδώ, αναζητώντας το «φως» και τη βαθύτερη αλήθεια της ύπαρξης. Η λίμνη Sils γύρω μας, με τα μοναδικά παιχνίδια του φωτός και τα μαγικά χρώματα των νερών της, σε κάνουν αμέσως να καταλάβεις γιατί διάλεξε αυτό ακριβώς το σημείο της γης για να εμπνευστεί.


Κι ύστερα έπρεπε να αποχαιρετήσουμε αυτό το μαγικό μέρος για το ιστορικό καταφύγιο Maloja Kulm
Aργά το απόγευμα φτάσαμε στο ιστορικό ξενοδοχείο Maloja Kulm, χτισμένο ψηλά στο ομώνυμο αλπικό πέρασμα (Maloja Pass) εκεί που η κοιλάδα του Engadin συναντά την κοιλάδα Bergell. Το ξενοδοχείο αυτό δεν είναι απλώς ένα κατάλυμα, αλλά η παλαιότερη ιστορική στάση της περιοχής—με ρίζες που ξεκινούν από τον 17ο αιώνα με την χαρακτηριστική αλπική αρχιτεκτονική. Στέκεται επιβλητικά στο σταυροδρόμι των ορεινών όγκων, αποπνέοντας μια αύρα παλιάς αριστοκρατίας.
Η σάουνα μετά από μια γεμάτη μέρα έγινε το απαραίτητο τελετουργικό: η ζέστη να «λιώνει» την κούραση του σώματος, ενώ ο παγωμένος αλπικός αέρας να καθαρίζει κάθε σκέψη.
Το δείπνο στο ατμοσφαιρικό εστιατόριο του Maloja Kulm ήταν η τέλεια «τελετή» κλεισίματος. Καθισμένοι εκεί, με τις σκέψεις στις εικόνες της διαδρομής, ήξερα ότι αυτό το ταξίδι είχε μόλις αρχίσει να με «ποτίζει» με όλα όσα είχα ανάγκη!




